Ποια είναι η καλύτερη ταινία του Dennis Villeneuve;

0
419
Βαθμολόγησε το άρθρο

O Dennis Villeneuve (Incedies, Arrival, Prisoners, Enemy, Blade Runner 2049, Enemy) εντυπωσιάζει τα τελευταία χρόνια και ενώ έχουμε δει την ταινία Dune, θέλουμε να αναφερθούμε και στις υπόλοιπες του.

 

Ποια θεωρείτε την καλύτερη του ταινία; Με το Incedies μας συστήθηκε εντυπωσιακά, συνέχισε εξαιρετικά με το Prisoners, έπαιξε με το μυαλό στου θεατή στο Enemy, “απογειώθηκε” με τα Sicario, Arrival, ενώ τώρα έβαλε φαντασία με τα πολύ καλά Blade Runner 2049, Dune. Aκολουθούν οι απόψεις μας για την κάθε του ταινία.

Dune

O Πολ Ατρείδης, ο χαρισματικός διάδοχος του Οίκου των Ατρειδών, καλείται να υπηρετήσει το ασύλληπτο πεπρωμένο του και να ταξιδέψει στον πιο επικίνδυνο πλανήτη του διαστήματος για να διασφαλίσει το μέλλον της οικογένειας και του λαού του. Με τις μεγάλες δυνάμεις να παρασύρονται σε μια ανελέητη σύγκρουση για το «μπαχαρικό των μπαχαρικών» του πλανήτη Αρράκις, της πολυτιμότερης ουσίας στην Αυτοκρατορία, μόνο όσοι δαμάσουν τον φόβο τους θα μπορέσουν να επιβιώσουν.

Το 1965, η ιδιοφυία του Frank Herbert κατέθεσε το πρώτο βιβλίο ενός καθηλωτικού κόσμου επιστημονικής φαντασίας και έκτοτε οι απανταχού αναγνώστες παραμένουν μαγεμένοι από τα πολλαπλά μηνύματα και τις πρωτόγνωρες εικόνες του έπους που μοιάζει πιο επίκαιρο από ποτέ. Δεν είναι η πρώτη φορά που το μεγαλειώδες έργο μεταφέρεται στον κινηματογράφο, είναι ίσως η πρώτη φορά που η μεταφορά του προφητικού αυτού βιβλίου διαθλά -μέσα από το πρίσμα της επιστημονικής φαντασίας- τόσο εύστοχα τους προβληματισμούς του σύγχρονου κόσμου.

Ο οραματιστής δημιουργός Denis Villeneuve όχι μόνο εκπληρώνει το όνειρο του να ζωντανέψει τον κόσμο του Herbert, αλλά καταφέρνει να επιστρατεύσει την αφρόκρεμα της σύγχρονης κινηματογραφικής βιομηχανίας. Είναι αλήθεια ότι κανείς δεν αρνήθηκε να συμμετάσχει σ΄ αυτήν την ταινία, κανένας ηθοποιός και κανένας συνεργάτης πίσω από την κάμερα δεν δίστασε να εμπλακεί σ’ αυτό το μεγαλειώδες πρότζεκτ.

Η προσπάθεια του τεράστιου David Lynch το 1984 δεν πέτυχε τον στόχο της, καθώς προσπάθησε να μεταφέρει σε δυο ώρες 4 βιβλία, ενώ τώρα μας είχε κινήσει την περιέργεια και προσπαθούσαμε να καταλάβουμε που ακριβώς θέλει να το πάει το φετινό Dune. Και φυσικά αυτή ακριβώς είναι η μαγεία της ταινίας, η οποία είναι ακριβώς ότι ψάχνουμε στο συγκεκριμένο είδος.

Δηλαδή ένα Part One, όπως μας προαναγγέλει και το σχετικό πρώτο πλάνο με υπέροχες εικόνες, ένα καταπληκτικό soundtrack από την σταθερή αξία Hans Zimmer με όση δράση χρειάζεται και μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη.

Ο Villeneuve ταξιδεύει τους θεατές με όχημα μία επική ιστορία ενηλικίωσης και φόντο οικογενειακές αντιπαλότητες, πολέμους ανάμεσα σε φυλές, κοινωνική καταπίεση και οικολογική καταστροφή σε έναν ανελέητο, αφιλόξενο πλανήτη. Ο δημιουργός που ξέρει να ξετυλίγει με μαεστρία πολύπλοκα αφηγηματικά νήματα στη μεγάλη οθόνη προσέγγισε το Dune με σκοπό να ξεναγήσει τους θεατές σε έναν πρωτόγνωρο κόσμο, όπως ένιωσε ο ίδιος όταν διάβασε το βιβλίο.

H ταινία Dune οπτικά και ηχητικά αρχίζει να φορτσάρει από τα πρώτα της λεπτά και δεν σε αφήνει σε ησυχία, αναπτύσσοντας παράλληλα (στα μέτρα του δυνατού) πλοκή και χαρακτήρες με μαγευτικές εικόνες από τον Denis Villeneuve και τον Zimmer να… κεντάει με το score του.

Μπορούμε να μιλάμε για ώρες σχετικά με την συνεργασία των δυο που δίνουν μια άλλη διάσταση σε μια προσπάθεια που ίσως να φαινόταν σαν μια τυπική ταινία επιστημονικής φαντασίας, αλλά τελικά έχει μεγαλύτερο βάθος και σίγουρα ένα δικό της στυλ.

Τo Dune γενικά αναμφίβολα αποτελεί μια μοναδική εμπειρία για τους fans και όχι μόνο του είδους, που είναι ΜΟΝΟ για την μεγάλη οθόνη, καθώς έχει ουσία, εντυπωσιακές εικόνες, ήχο και καταφέρνει να συνεπάρει τον θεατή σε ένα αξέχαστο ταξίδι, αφήνοντας στην άκρη κάποια πράγματα. Είναι must-see κι ας… φρενάρει σεναριακά σε κάποιους τομείς λόγω του “Part One”, αλλά χαλάλι με τα όσα βλέπεις.

Ερμηνευτικά όλοι και όλες είναι πολύ καλοί στους ρόλους, αλλά η ταινία είναι χτισμένη στην ευχάριστη έκπληξη Timothée Chalamet (δεδομένου πως θεωρούσαμε ρίσκο την επιλογή του), αλλά και την πραγματική πρωταγωνίστρια Rebecca Ferguson, που δίνει ρεσιτάλ. Isaac, Brolin, Momoa και λοιποί παίζουν στον… αυτόματο.

Μια απόλυτα συναρπαστική κινηματογραφική εμπειρία (απο αυτές που τόσο έχει ανάγκη αυτή την στιγμή ο κινηματογράφος), με εκπληκτικά set-pieces, συνοδευόμενα απο ενα μαγικό soundtrack… του “μάγου” Zimmer.

Παρά το γεγονός ότι το Dune δεν κρίνεται σαν ολοκληρωμένη προσπάθεια, δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτό που είδαμε ήταν πραγματικά απολαυστικό. Τώρα εάν μπορέσει, o Villeneuve, να διατηρήσει αυτή την αίσθηση του θεάματος και μαζί την ουσία και το όραμά του στο επόμενο κεφάλαιο (είναι το πρώτο μέρος), τότε το Dune (του) μπορεί να πετάξει στο χαντάκι τους κινηματογραφικούς & τηλεοπτικούς προγόνους του και να διεκδικήσει τη θέση του ως το κορυφαίο έπος (ή τουλάχιστον ενα απο τα κορυφαία) επιστημονικής φαντασίας.

Blade Runner 2049

Υπάρχουν αμέτρητα πράγματα, τα οποία μας είχαν κινήσει την περιέργεια και προσπαθούσαμε να καταλάβουμε που ακριβώς θέλει να το πάει το Blade Runner 49 και αυτή ακριβώς είναι η μαγεία της ταινίας, η οποία έχει πολλά πράγματα που δεν περιμένει κανείς.

Όπως σε κάθε κριτική δεν θα κάνουμε κάποιο spoiler, αλλά μια γενικότερη περιγραφή των χαρακτηριστικών της, ωστόσο αυτή τη φορά ακόμα περισσότερο μιας και ο σκηνοθέτης Dennis Villeneuve ανέφερε πως δεν πρέπει να αποκαλυφθεί τίποτα, κάτι που θα παρακαλούσαμε να σεβαστείτε και στα σχόλια.

Φυσικά, όπως και σε όλες σχεδόν τις ταινίες, έτσι και το Blade Runner 2049 αρχίζει και χτίζει την υπόθεση αλλά και κάποια κομμάτια της δράσης, έτσι ώστε να φορτσάρει μετά το δεύτερο μισό του και όσοι νομίζουν ότι θα δουν μια τυπική ταινία φαντασίας είναι γελασμένοι.

Τουλάχιστον έτσι όπως την ξέρουμε, δεν ισχύει σε καμία περίπτωση αυτό και η ταινία εκμεταλλεύεται το πρώτο της μέρος για να χτίσει σε αγωνία και πλοκή, θέλοντας να κάνει και οικονομία χρόνου και χώρου και χωρίς περιττές εισαγωγές, παρουσιάζοντας κάτι ενδιαφέρον και ασυνήθιστο για το είδος της.

Χωρίς πολλά πράγματα που δεν χρειαζόμαστε και μπαίνοντας κατευθείαν στο ζουμί της υπόθεσης και χωρίς καμία διάθεση για άσκοπες φλυαρίες εκτός αυτών που πρέπει να παρουσιαστούν ο σπουδαίος Dennis Villeneuve (Prisoners, Sicario, Arrival), κρατάει το μυστήριο μέχρι το φινάλε και μας δίνει ένα sci-fi masterpiece.

Το Blade Runner 2049 είναι δεδομένο ότι θα πιάσει όλη την γκάμα κοινού και τους σινεφίλ δηλαδή αλλά και τους φίλους της φαντασίας, που πρέπει να ξέρουν ότι δεν πρόκειται να δουν κάτι συνηθισμένο και σε μερικές στιγμές αργό, αλλά σε καμία περίπτωση χωρίς κάποιο λόγο.

Η συγκεκριμένη ταινία πραγματικά σε καθηλώνει με τον ήχο και την εικόνα της, ενώ έχει και το στοιχείο της έκπληξης και ειδικά το αριστουργηματικό δεύτερο μισό (και τελευταίο μέρος) είναι δεδομένο ότι θα αφήσει κόσμο με το στόμα ανοιχτό.

Πλέον είναι δεδομένο ότι ο Dennis Villeneuve είναι μια από τις σταθερές αξίες του Χόλιγουντ και ένας από τους λίγους που μένουν πιστοί στις ιδέες τους και παίρνοντας θέματα που μοιάζουν κοινότυπα σαν ιδέες (ή όπως σε αυτή την περίπτωση πολύ ριψοκίνδυνα), τα διαφοροποιεί και φτιάχνει επιβλητικές ταινίες.

Από τις περιπτώσεις που σε καμία περίπτωση δεν προσπαθεί απλά να το παίξει εμπορικός και αυτή τη φορά οραματίστηκε κάτι μεγαλεπήβολο και δύσκολο για την μεγάλη οθόνη και κατάφερε να το φέρει εις πέρας σχεδόν άψογα, με μια μεγαλειώδη ταινία η οποία έχει απόλυτο σεβασμό στον προκάτοχο της.

Σε μια ακόμα ουμανιστική ταινία (παρά το γεγονός ότι εξελίσσεται σε ένα “φανταστικό” περιβάλλον), το Blade Runner 2049 δεν εστιάζει μόνο σε δράση και εφετζίδικες σκηνές, αλλά αναπτύξει θεωρίες και να δημιουργήσει μια ταινία που θα μείνει χαραγμένη στο μυαλό του θεατή.

Μπορεί σε κάποιες στιγμές να μοιάζει κάπως φορτωμένη η ταινία (η “φλυαρία” του βέβαια είναι αρκετά γοητευτική όχι μόνο εδώ αλλά σε όλες του τις σκηνοθετικές δουλειές), αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα βαρεθείς, αρκεί απλά να αφεθείς στην μαγεία της, κάτι που είναι πολύ εύκολο.

Από τις ερμηνείες, εκπληκτικός είναι ο Ryan Gosling σε μια ακόμα πολύ στιβαρή και ενδιαφέρουσα ερμηνεία του, ο Harrison Ford φυσικά είναι σταθερή αξία, ο Jared Leto επίσης σε καθηλώνει με τον τρόπο παιξίματος του, ωστόσο οι δυο αποκαλύψεις είναι οι Ana de Armas, Sylvia Hoecks με εξίσου δυναμική παρουσία στην οθόνη, ειδικά με την δεύτερη να κλέβει την παράσταση.

Προσπαθώ με νύχια και με δόντια να μην αποκαλύψω κάτι που θα χαλάσει την ταινία, διότι αποτελεί μια μοναδική κινηματογραφική εμπειρία που συνδυάζει πανέμορφα οπτικά εφέ αλλά και ένα χορταστικό περιεχόμενο, το οποίο υπηρετεί ο Villeneuve μέχρι και το τέλος της ταινίας με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο.

Για να συνοψίσουμε, το Blade Runner 2049 είναι μια ταινία που δύσκολα συναντάς πλέον στον κινηματογράφο και ειδικότερα στο σινεμά του φανταστικού, την βλέπεις και μπορείς να την συζητάς για ώρες και σίγουρα θα μνημονεύεται για καιρό σε μια από τις καλύτερες ταινίες των τελευταίων χρόνων.

Αναμφίβολα, έχει όλα τα καλά στοιχεία του κινηματογράφου με εντυπωσιακή κινηματογράφιση, εξαιρετικές ερμηνείες, φοβερό είχε αλλά αυτό που μας αρέσει και το κυριότερο είναι ότι… χορταίνει τον εγκέφαλο του θεατή. Και πλέον λίγες είναι οι ταινίες που το πραγματοποιούν αυτό.

Arrival

H ιστορία μιας γλωσσολόγου, που της ανατίθεται η μεγαλύτερη εργασία της ζωής της: να επικοινωνήσει με τα Heptapods – εξωγήινα αεροσκάφη που προσγειώνονται ανά τον κόσμο. Καθώς η γυναίκα μαθαίνει να επικοινωνεί με αυτά τα όντα, ξαφνικά αρχίζει να βιώνει έντονα flashbacks, τα οποία πιθανότατα περιέχουν πληροφορίες που μπορούν να αποκαλύψουν τον πραγματικό λόγο της άφιξης τους στη Γη.

Υπάρχουν αμέτρητα πράγματα, τα οποία μας είχαν κινήσει την περιέργεια και προσπαθούσαμε να καταλάβουμε που ακριβώς θέλει να το πάει το Arrival και αυτή ακριβώς είναι η μαγεία της ταινίας, η οποία είναι ακριβώς ότι ψάχνουμε, δηλαδή κάτι που δεν περιμένει κανείς.

Φυσικά, όπως και σε όλες σχεδόν τις ταινίες, έτσι και το Αrrival αρχίζει να φορτσάρει μετά το δεύτερο μισό του. Εκ πρώτης όψεως και από ότι φαίνεται από μερικά trailer πολλοί πιστεύουν ότι θα δούμε μια ταινία επιστημονικής φαντασίας. Λάθος.

Τουλάχιστον έτσι όπως την ξέρουμε, δεν ισχύει σε καμία περίπτωση αυτό και η ταινία εκμεταλλεύεται το πρώτο της μέρος για να χτίσει σε αγωνία και πλοκή, θέλοντας να κάνει και οικονομία χρόνου και χώρου σε περιττές εισαγωγές, παρουσιάζοντας κάτι ενδιαφέρον και ασυνήθιστο.

Χωρίς πολλά πράγματα που δεν χρειαζόμαστε και μπαίνοντας κατευθείαν στο ζουμί της υπόθεσης, χωρίς διάθεση για άσκοπες φλυαρίες εκτός αυτών που θέλει να παρουσιάσει ο σπουδαίος Dennis Villeneuve (Prisoners, Sicario), κρατάει το μυστήριο μέχρι το φινάλε.

Σε μερικά σημεία ναι μπορεί να τα μπερδεύει, ναι ίσως να έχει 1-2 ψεγάδια, αλλά όχι μόνο δεν επηρεάζουν την ταινία, αλλά το Arrival είναι δεδομένο ότι θα συγκλονίσει τους σινεφίλ, που ξέρουν ότι δεν πρόκειται να δουν κάτι συνηθισμένο.

Η συγκεκριμένη ταινία δεν ξέρω κατά πόσο απευθύνεται σε ευρύ κοινό όσο κι αν πολλοί το θεωρούν blockbuster ή μια ταινία που θα ανταποκριθεί σε πολλά από όσα είδαμε στα trailer, μιας και έχει το στοιχείο της έκπληξης και ειδικά το αριστουργηματικό δεύτερο μισό (και τελευταίο μέρος), θα ξενίσει αλλά και θα αφήσει κόσμο με το στόμα ανοιχτό.

Πλέον ο Villeneuve είναι ένας από τους πιο σταθερούς σκηνοθέτες του Χόλιγουντ και από τους λίγους που μένουν πιστοί στις ιδέες τους και παίρνοντας θέματα που μοιάζουν κοινότυπα σαν ιδέες, τα διαφοροποιεί και φτιάχνει επιβλητικές ταινίες.

Από τις περιπτώσεις που σε καμία περίπτωση δεν προσπαθεί απλά να το παίξει εμπορικός και αυτή τη φορά οραματίστηκε κάτι μεγαλεπήβολο για την μεγάλη οθόνη και κατάφερε να το φέρει εις πέρας σχεδόν άψογα, με μια μεγαλειώδη ταινία.

Σε μια ακόμα ουμανιστική ταινία (παρά το γεγονός ότι εξελίσσεται σε ένα “φανταστικό” περιβάλλον), το Arrival αφήνει στην άκρη δράση και εφετζίδικες σκηνές, ώστε να αναπτύξει θεωρίες και να δημιουργήσει μια ταινία που θα μείνει χαραγμένη.

Μπορεί σε κάποιες στιγμές να είναι φορτωμένη η ταινία (η “φλυαρία” του βέβαια είναι αρκετά γοητευτική όχι μόνο εδώ αλλά σε όλες του τις σκηνοθετικές δουλειές), αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα βαρεθείς, αν αφεθείς στην μαγεία της. Δυστυχώς δεν μπορούμε να αποκαλύψουμε πολλά, διότι υπάρχει ο κίνδυνος spoiler και δεν αξίζει να την χάσετε.

Από τις ερμηνείες, εκπληκτική (και είναι σκάνδαλο που απουσιάζει από τα Oscar) είναι η Amy Adams στην ερμηνεία της ζωής της, σε μια καθηλωτική προσπάθεια, χωρίς υπερβολές και κλισέ, με έναν απίστευτα γήινο τρόπο, ενώ το υπόλοιπο καστ έρχεται σε δεύτερη μοίρα φυσικά, αλλά είναι αξιοπρεπέστατο.

Προσπαθώ με νύχια και με δόντια να μην αποκαλύψω κάτι που θα χαλάσει την ταινία, διότι αποτελεί μια μοναδική κινηματογραφική εμπειρία που συνδυάζει πανέμορφα οπτικά εφέ αλλά και ένα χορταστικό περιεχόμενο, το οποίο υπηρετεί ο Villeneuve μέχρι και το τέλος της ταινίας με τον δικό του τρόπο.

Για να συνοψίσουμε, το Arrival είναι μια ταινία που δύσκολα συναντάς πλέον στον Αμερικάνικο ειδικά κινηματογράφο, που την βλέπεις και μπορείς να την συζητάς για ώρες και σίγουρα θα μνημονεύεται για καιρό. Αναμφίβολα, έχει όλα τα καλά στοιχεία του κινηματογράφου που μας αρέσει και το κυριότερο είναι ότι… χορταίνει τον εγκέφαλο του θεατή. Και πλέον λίγες είναι οι ταινίες που το πραγματοποιούν αυτό.

Sicario

Στο Μεξικό, Sicario σημαίνει εκτελεστής.  Στη συνοριακή γραμμή ΗΠΑ-Μεξικού, ο νόμος δεν έχει ιδιαίτερη θέση. Εκεί θα βρεθεί ο ιδεαλίστρια πράκτορας του FBI Κέιτ Μέισι, ανάμεσα σε μέλη διεθνούς σπείρας διακίνησης ναρκωτικών. Με τη βοήθεια δύο μισθοφόρων της ΣΙΑ, έχει ως απώτερο σκοπό την εξόντωση ενός μεξικανού βαρόνου καρτέλ, χωρίς να γνωρίζει πως τα ήθη και οι αξίες της θα τραβηχτούν στα άκρα.

Είναι πολύ σημαντικό να υπάρχουν σκηνοθέτες που προσεγγίσουν θέματα με τελείως διαφορετική διάσταση απ’ ότι έχουμε και αυτό επιχειρεί ο Villeneuve στην νέα του ταινία, η οποία μπορεί να μιλάει για έναν τετριμμένο θέμα, στην πραγματικότητα όμως αυτό είναι η “βιτρίνα” του Sicario.

Από τα πρώτα κιόλας πλάνα νιώθεις ότι η ταινία αρχίζει και σε “πνίγει”, χωρίς να θέλει να ωραιοποιήσει καταστάσεις, ούτε φυσικά να χρησιμοποιήσει τα γνωστά κλισέ των ταινιών του είδους. Πάνω απ’ όλα είναι ο άνθρωπος στο Sicario και αυτό γίνεται φανερό.

Πέρα από την μαεστρική σκηνοθεσία και τα μαγευτικά πλάνα η κινηματογράφηση του Roger Deakins (ένα από τους κορυφαίους στον χώρο του) είναι πραγματικά για πολλά Όσκαρ. Πέρα από τα φοβερά τοπία και την επιλογή των κατάλληλων χώρων, ίσως έχουμε το καλύτερο night vision που έχουμε δει σε ταινία χωρίς περιττά εφέ ή την παρεμβολή τεχνολογικών μέσων που θα την “αλλοίωναν”.

Ωστόσο, όπως αναφέραμε, τον πρωταρχικό ρόλο παίζουν οι χαρακτήρες που έχει ο καθένας τα δικά του “κουσούρια”. Ανορθόδοξοι, αδιάφοροι, σκληροί, ευαίσθητοι όλοι έχουν ένα κίνητρο για να συνεχίσουν σε μια υπόθεση που “κάποιος πρέπει να την κάνει”, όπως αναφέρεται και σε κάποιο σημείο της ταινίας.

Οι ηθοποιοί που πλαισιώνουν το Sicario είναι πραγματικά ένας κι ένας. Η Emily Blunt σε μια πολύ καλή ερμηνεία έχει ένα τρομαγμένο βλέμμα και αντιδράσεις που είναι λες και το ζει έντονα εκείνη την στιγμή, ο Josh Brolin με ανορθόδοξες μεθόδους και μια αδιαφορία στο βλέμμα του είναι πραγματικά απολαυστικός. Ωστόσο, η ερμηνεία της ταινίας ανήκει στον Benicio Del Toro.

Με μια αρκετά χαμηλών τόνων ερμηνεία για κάποια διαστήματα και ξεσπάσματα εκεί που χρειάζεται ο σπουδαίος ηθοποιός αποδεικνύει γιατί θεωρείται από τους πιο πολυτάλαντους του Χόλιγουντ. Με ένα κρεσέντο και όσο περνούν τα λεπτά παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη των πραγμάτων, πραγματικά δίνοντας ρέστα.

Μπορεί η υπόθεση να είναι σχετικά απλή (μέχρι ένα σημείο και αυτό είναι ίσως το μοναδικό αρνητικό της ταινίας, αν μπορούμε να το πούμε έτσι), αλλά το Sicario δεν είναι μια ακόμα ταινία για τα καρτέλ ναρκωτικών, την διαφθορά και ότι έχουμε δει στο παρελθόν.

Ο Villeneuve κάνει μια σπουδή πάνω στον άνθρωπο και την αντίδραση του σε δύσκολες καταστάσεις, στο ρίσκο που έχουν οι αποφάσεις του και γενικότερα σε όλα όσα μπορεί να κάνει κάποιος όταν βρεθεί σε άβολες συνθήκες, οι οποίες είναι πραγματικά ζωής ή θανάτου. Δεν εστιάζει τόσο στα καρτέλ ναρκωτικών και σε ότι έχει ειπωθεί πολλές φορές, αλλά στην αθέατη πλευρά των γεγονότων.

Μέσα σε όλο το οπτικό μεγαλείο του Sicario έρχεται να προστεθεί και η υποβλητική μουσική η οποία δίνει ένα άψογο αισθητικό αποτέλεσμα, το οποίο σίγουρα ενθουσιάζει τον απαιτητικό θεατή και αν δεν υπήρχε μια μικρή “κοιλιά”, θα μιλούσαμε για ένα ατόφιο αριστούργημα, όχι ότι δεν μιλάμε για μια φοβερή προσπάθεια φυσικά.

Το Sicario είναι μια ταινία που πιθανότατα να εκτιμηθεί σε διάρκεια χρόνου, ωστόσο είναι μια σεμιναριακού επιπέδου σπουδή και σίγουρα όλα εκείνα που δεν μπορούν να πουν οι συνηθισμένες ταινίες παρόμοιας θεματολογίας. Είναι για ειδικό κοινό και εκείνοι που θα την εκτιμήσουν ξέρουν τους λόγους.

Enemy

Ο Άνταμ, είναι ένας άντρας που συζεί με την κοπέλα του Μαίρη. Ανακαλύπτει ότι υπάρχει ένας πανομοιότυπος με εκείνον, άντρας, ένας ηθοποιός που λέγεται Άντονι και ζει μάλιστα κοντά τους με τη σύζυγο του, Έλεν. Πρόκειται όμως για δύο άντρες; Ή μήπως ο ένας υπάρχει μόνο στη φαντασία του άλλου;

Τα εγκεφαλικά θρίλερ, που παίζουν με το μυαλό σου και προσπαθείς με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να καταλήξεις στο αγωνιώδες φινάλε, είναι από τα αγαπημένα μου. Η ταινία βασίζεται στο πασίγνωστο βιβλίο του Ζοζέ Σαραμάγκου, το οποίο όσοι το έχουν διαβάσει έχουν μείνει έκπληκτοι.

Το Χόλιγουντ τα τελευταία χρόνια, δεν χάνει από τέτοια και οτιδήποτε αξιόλογο, το βγάζει στην μεγάλη οθόνη. Έτσι, δεν θα μπορούσε να ξεφύγει ένα τόσο καλό βιβλίο, το οποίο είναι η αλήθεια προσφέρεται για ένα ενδιαφέρον θρίλερ. Πάντα η διπλή “ανάγνωση” κάποιου χαρακτήρα και γενικότερα οι δίδυμοι με διαφορετικές πτυχές στην συμπεριφορά τους προσφέρονται για μια ταινία.

Το Enemy έχει την τύχη, να είναι η επόμενη ταινία του Dennis Villenauve μετά το Prisoners. Ο εξαιρετικά ταλαντούχος Καναδός σκηνοθέτης είναι φανερό ότι μπορεί να “κάνει παπάδες”, εφ’ όσον δουλέψει καλά το θέμα του, κάτι που φάνηκε και στις προηγούμενες ταινίες του.

Η αλήθεια είναι ότι εδώ, το έργο του είναι πιο δύσκολο από το Prisoners, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη ταινία είναι κατά μια ώρα μικρότερη από την προηγούμενη. Αυτό έγκειται στο γεγονός ότι, στηρίζεται σε έναν ηθοποιό τον εξαιρετικό Jake Gyllehnaal (ο οποίος για ακόμα μια φορά αποδεικνύει ότι είναι από τους καλύτερους της γενιάς του), ωστόσο η ταινία ενώ διαθέτει αρκετά στοιχεία να σε κάνουν να την συμπαθήσεις δεν κάνει ποτέ το βήμα παραπάνω.

Σε πολλά σημεία της μένει στάσιμη και δεν καταφέρνει να εντρυφήσει περισσότερο στην ψυχολογία των δυο χαρακτήρων (και κυρίως στον πιο ήρεμο αλλά συνάμα πιο “κολλημένο”), διότι μπορεί να πιάνει τον παλμό τους αλλά δεν κατορθώνει να δώσει το κάτι παραπάνω που θα απογειώσει και την ίδια την ταινία.

Το Enemy χωρίζεται σε δυο μέρη, μιας και στο πρώτο μέρος και λίγο παραπάνω το ενδιαφέρον είναι αμείωτο και όλα δείχνουν να πηγαίνουν καλά, ωστόσο από κει και έπειτα η ταινία παθαίνει μια κάποια καθίζηση, χαμηλώνει ρυθμούς και εν τέλει το ανατρεπτικό φινάλε, σου κρατάει τις θετικές εντυπώσεις.

To θέμα της ταινίας εν ολίγοις είναι ότι ενώ χτίζει τις βάσεις για ένα πολύ δυνατό θρίλερ μέχρι κάποιo διάστημα, από κει και πέρα γίνεται υποτονικό και μερικές φορές αυτάρεσκο με την έννοια ότι αρκείται στα ωραία πλάνα και λιγότερο στην εξέλιξη της πλοκής.

Το Enemy, ενώ παίρνει καλή ερμηνεία από τον πρωταγωνιστή της (και στις δυο εκδοχές) διστάζει να κάνει το κάτι παραπάνω και να “πατήσει” πάνω σε αυτήν, καθώς μπορούσε να ασχοληθεί περισσότερο με το ψυχολογικό κομμάτι του ήρωα. Οι χειρισμοί του τελευταίου ημιώρου, δεν χαλάνε την συνολική εικόνα της ταινία αλλά της στερούν κάτι ακόμα καλύτερο.

Περιμέναμε το κάτι παραπάνω από το Enemy σε γενικές γραμμές, μιας και μας άνοιξε την όρεξη το Prisoners, αλλά γενικά και σαν μεμονωμένη ταινία να το δεις είναι ένα συμπαθέστατο θρίλερ, το οποίο διαθέτει αρκετές σημαντικές αρετές (προσεγμένη σκηνοθεσία, εξαιρετική ερμηνεία και μέχρι ένα σημείο και καλή εξέλιξη), αλλά όπως αναφέρθηκε πιο πάνω και μερικά προβλήματα που λειτουργούν ανασταλτικά για κάτι καλύτερο και πιο διαφορετικό. To περίεργο φινάλε όμως, από μόνο του είναι ένα μεγάλο plus καθώς δεν μιλάμε για ένα συμβατικό φινάλε, αλλά για κάτι που θα στοιχειώσει τον θεατή και θα τον κάνει να το σκέφτεται για καιρό.

Prisoners

Σε ένα προάστιο της Βοστώνης, δύο οικογένειες γιορτάζουν την Ημέρα των Ευχαριστιών. Οι γονείς βρίσκονται στα σαλόνι, τα παιδιά παίζουν. Προς το τέλος της ημέρας, τα παιδιά, δύο κοριτσάκια, εξαφανίζονται. Ένα οικογενειακό δράμα αρχίζει, μια επιχείρηση ανεύρεσης των δύο μικρών παιδιών τόσο από τον πατέρα του ενός όσο και από έναν γκάνγκστερ. Η αφήγηση εστιάζει στους γονείς του ενός κοριτσιού, σκιαγραφώντας λεπτομερειακά τον τρόπο που βιώνουν την εξαφάνιση της κόρης τους. Η μάνα, μην αντέχοντας τον πόνο της απώλειας, βρίσκει καταφύγιο σε χάπια αγχολυτικά ενώ ο πατέρας αναλαμβάνει από μόνος του να βρει τους ενόχους και να αποδώσει δικαιοσύνη, καθώς θεωρεί ότι η αστυνομία δεν κάνει σωστά το έργο της.

Υπάρχουν μερικές ταινίες που είναι προορισμένες για να καθηλώσουν τον θεατή και να τον στιγματίσουν. Το Prisoners όσο και αν δεν του φαινόταν, εξελίχθηκε αθόρυβα σε μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Ερχόμενη με τρελό hype από την Αμερική έχοντας κατενθουσιάσει κοινό και κριτικούς (κάτι αρκετά δύσκολο ειδικά για το πρώτο έχοντας συνηθίσει σε “βολικές” blockbustεριές) το Prisoners ήρθε για να μείνει και να μνημονεύεται για χρόνια. Από το υποβλητικό πρώτο λεπτό μέχρι και το αγωνιώδες φινάλε (στο οποίο κατά κάποιο τρόπο επεξηγείται η πραγματική έννοια του Prisoners) ο Dennis Villeneuve (που είχε προκαλέσει σάλο με το εξαιρετικό Incendies πριν από 2 χρόνια) παραδίδει μαθήματα masterclass σκηνοθεσίας για το πως πρέπει να γυρίζονται τα σύγχρονα θρίλερ.

Τι να πρωτοεκθειάσεις για την συγκεκριμμένη ταινία που αποδεικνύεται μια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις των τελευταίων χρόνων. Η ταινία καταρχήν, έχει μια εξαιρετική υποβλητική ατμόσφαιρα με ένα συνεχείς μουντές εικόνες και μια φοβερή Σκανδικαβική ψυχρή φωτογραφία στην οποία έχει κάνει πραγματικά τρομερή η δουλειά ο μέτρ του είδους Roger Deakins (έχοντας συμμετάσχει σε 70 πρωτοκλασάτες ταινίες ως cinematographer και director of photography).

Φυσικά σε αυτό συμβάλλει και η δυναμική και γεμάτη ένταση σκηνοθεσία του Dennis Villeneuve, πολλές σκηνές του οποίου θα έπρεπε να διδάσκονται σε σύγχρονα σεμινάρια. Έτσι φτιάχνεις ένα δυνατό και ατμοσφαιρικό θρίλερ και σαφέστατα έτσι ακριβώς μπορείς να αναπτύξεις τους ευάλωτους χαρακτήρες σου (οι οποίοι στα χέρια άλλου σκηνοθέτη μπορεί και να είχαν γίνει κλισέ ή γραφικοί) και να κάνεις τον θεατή να ταυτιστεί μαζί τους.

Κάθε πλάνο του σχεδιασμένο και ωραία σκηνοθετημένο, ενώη πλοκή ξετυλίγεται με εντυπωσιακό τρόπο και σε κρατάει καρφωμένο στην οθόνη σου και τα 154 λεπτά της ταινίας (εντάξει έχει ένα κάπως αχρείαστο 10-15λεπτο στην μέση, αλλά αυτό είναι ψεγάδι μπροστά στο εντυπωσιακό αποτέλεσμα).

Σημαντική συμβολή στο αποτέλεσμα έχουν και οι εξαιρετικές ερμηνείες, αρχής γενομένης από τον ΚΑ-ΤΑ-ΠΛΗ-ΚΤΙ-ΚΟ Ηugh Jackman, ο οποίος σίγουρα δίνει ερμηνεία ζωής και θα ήταν άδικο (στην χειρότερη) να μην προταθεί για Όσκαρ, καθότι αξιοποιεί στο έπακρο το ταλέντο του σε έναν διαφορετικό ρόλο από αυτόν του γόη που τον έχουμε συνηθίσει (υπάρχουν τουλάχιστον 4-5 σκηνές που δίνει ρεσιτάλ). Από κοντά και ο ανορθόδοξος ντετέκτιβ Jake Gylenhall, ο οποίος είναι στιβαρός και πειστικότατος σε ένα πολύ απαιτητικό ρόλο, αποδεικνύοντας ότι πρόκειται για έναν πολυτάλαντο ηθοποιό (ο τρόπος που χειρίζεται τα “τικ” του ήρωα του είναι αρκούντως αντιπροσωπευτικός του ταλέντου του). Οι δυο αυτοί superstar “τραβάνε το κουπί” σε ολόκληρη σχεδόν την ταινία, ωστόσο και οι δεύτεροι ρόλοι σε καμία περίπτωση δεν είναι αμελητέοι.

Oι Viola Davis, Terence Howard στον ρόλο του άλλου ζευγαριού είναι υπόγειοι και ίσως η φωνή της λογικής, η Maria Bello (γυναίκα του Jackman) έχει μερικά συγκλονιστικά ξεσπάσματα, ο Paul Dano είναι με την σειρά του καλός, ενώ η Μelissa Leo αποδεικνύει για ακόμα μια φορά ότι είναι ηθοποιάρα. Ο Vulleneuve κατάφερε να κάνει ένα κράμα σκηνοθεσίας Fincher από την ατμόσφαιρα του Girl with the dragon tattoo και μερικών σκανδιναβικών “ψυχρών” παραγωγών, την σφιχτοδεμένη πλοκή του Zodiac, αλλά και το βάθος των χαρακτήρων των ταινιών του Clint Eastwood.

Γενικά, όλα λειτουργούν σχεδόν τέλεια στην ταινία που αποδεικνύεται ένα μίνι αριστούργημα, με την εκπληκτική καθοδήγηση του Villeneuve, την υπέροχη μελαγχολική ατμόσφαιρα, τις τρομερές ερμηνείες και το κερασάκι στην τούρτα είναι η η εξέλιξη στο τελευταίο εικοσάλεπτο, που βάζει σε σκέψεις τον θεατή τόσο λόγω των γεγονότων που διαδραματίζονται (ειδικά σε συνδυασμό με όλη την ταινία) αλλά κυρίως λόγω της πολύπλευρης σημασίας της λέξης Prisoners και τι διαστάσεις μπορεί να του δοθούν. To Prisoners είναι από αυτές τις ταινίες που σου μένουν για καιρό στο μυαλό και αποδεικνύει ότι το σινεμά δεν χρειάζεται φθηνούς εντυπωσιασμούς για να μας δώσει όλα εκείνα τα στοιχεία που μας έχουν κάνει να το αγαπήσουμε τόσα χρόνια.

Incendies

Ο θάνατος της μητέρας τους φέρνει τα δίδυμα Simon και Jeanne στο γραφείο του συμβολαιογράφου για τη διαθήκη. Πέραν από το μοίρασμα της περιουσία της, η αινιγματική ακόμα και μετά θάνατον Nawal τους επιφυλάσσει δύο μεγάλες εκπλήξεις που συνοδεύουν δύο σφραγισμένους φακέλους. Ο πρώτος έχει παραλήπτη τον πατέρα τους – που θεωρούσαν νεκρό – και ο δεύτερος τον αδερφό τους, του οποίου την ύπαρξη αγνοούσαν.

Το “Incendies” δεν είμαι μία συνηθισμένη ταινία. Μπορεί το θέμα της να καταπιάνεται με μία δραματική αληθινή ιστορία αλλά όλα περνάνε στο πανί με έναν άκρως σινεφιλικό τρόπο. Είναι μία ταινία που θα συγκινήσει, θα προβληματίσει αλλά βασικότερο όλων δεν θα προσφέρει μασημένη τροφή στον θεατή, ο οποίος θα βρεθεί προ αρκετών εκπλήξεων. Το φίλμ καταπιάνεται με την έννοια του ενδο-οικογενειακού πολέμου αλλά και όλων των καταλοίπων που αφήνει ο θάνατος της μητέρας στα δύο αδέρφια. Ένα ταξίδι στο οποίο θα αναγκαστούν να γνωρίσουν τις ρίζες του αλλά και θα μάθουν γιατί ήταν τόσα χρόνια αποκομμένες από αυτές.

Το “Incendies” δικαίως βρέθηκε μία ή για την ακρίβεια τέσσερις ανάσες πριν από την μεγάλη βράβευση της ακαδημίας των Όσκαρ, καθότι προσφέρει έναν ωμό ρεαλισμό που σπανίζει στις αμερικάνικες παραγωγές. Επεξηγεί την βία, την απομόνωση όσο και τις οικογενειακές διαμάχες με τρόπο τόσο ρεαλιστικό αλλά και παράλληλα ωμό που σίγουρα κερδίζει τις εντυπώσεις. Από ένα σημείο και έπειτα ο πόλεμος επεκτείνεται στα δύο αδέρφια, εξαιτίας των μυστικών που έκρυβαν θαμμένα τόσα χρόνια, και αμα το θάνατο της μητέρας βρήκαν πρόσφορο έδαφος για να βγουν στην επιφάνεια.

Μία εξαιρετική παραγωγή στην οποία ο θάνατος, η αγάπη, ο μαρασμός και το μίσος γίνονται ένα προσφέροντας ένα εκρηκτικό αποτέλεσμα που θα συγκινήσει τους μυημένους σινεφίλ. Καλώς η κακώς η ταινία δεν παρακολουθείται εύκολα, καθώς η δομή της ακολουθεί περίεργα μονοπάτια αλλά σίγουρα -και με το παραπάνω- ανταμείβει όσους της δώσουν μία ευκαιρία.

Polytechnique

Maelstrom

Cineramen

Νίκος Δρίβας

Facebook Twitter Google+

Δημιουργός και συντάκτης του www.cineramen.gr αλλά κυρίως φανατικός του σινεμά

Share

Δείτε ακόμα στο Cineramen

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.