Κριτική για την ταινία The Black Phone

0
1602
Βαθμολόγησε το άρθρο

Ο Finney, ένα ντροπαλό αλλά έξυπνο 13χρονο αγόρι, απάγεται από έναν σαδιστή δολοφόνο και παγιδεύεται σε ένα κλειδωμένο υπόγειο όπου οι κραυγές του δεν ακούγονται πουθενά. Όταν ένα αποσυνδεδεμένο τηλέφωνο στον τοίχο αρχίζει να χτυπά, ο Finney ανακαλύπτει ότι μπορεί να ακούσει τις φωνές των προηγούμενων θυμάτων του δολοφόνου. Οι νεκροί όμως θέλουν να βεβαιωθούν ότι αυτό που τους συνέβη δεν θα συμβεί και στον μικρό ήρωα.

 

Το εργαλείο που πιθανότατα χρησιμοποιείται περισσότερο στο είδους των ταινιών τρόμου είναι – το τα έχουμε φάει με το κουτάλι – jump scare. Εάν χρησιμοποιηθούν σωστά, μπορούν και γίνονται αρκετά αποτελεσματικά, με σύμμαχο, πάντα, το αρχικό σοκ, το “πέταγμα” και τις περισσότερες φορές, το νευρικό γέλιο…. ολα μέρος της παρακολούθησης μιας τρομακτικής ταινίας. Βέβαια – όπως πλέον έχουμε δει – αν το συγκεκριμένο εργαλείο χρησιμοποιείτε υπερβολικά, αποδυναμώνει το αποτέλεσμα του συνόλου της ταινίας.

Ο Scott Derrickson είναι μάστορας του jump scare. Χωρίς πόρτες να ανοίγουν ξαφνικά, χέρια να βγαίνουν κάτω απο κρεβάτια, συνοδεία “τσιριχτού” κρεσέντο βιολιών της ορχήστρας, ο Derrickson υπενθυμίζει στον θεατή – με τον τρόπο του – ότι πρέπει να “πεταχτεί” από την θέση του…. τώρα!!. Τα jump scare του, έχουν σημασία και κολλάνε στην ψυχή, και καθώς το Black Phone δεν το παρακάνει ποτέ, χτίζονται στη φαντασία του κοινού και δίνουν τον απαραίτητο χώρο στον θεατή, να σκεφτεί και να εκτιμήσει αυτό που βλέπει.

Το Black Phone διαδραματίζεται στη δεκαετία του 1970 για κάποιους πολύ συγκεκριμένους λόγους. Στο διήγημα του Joe Hill, ο απαγωγέας ήταν εμπνευσμένος κυρίως από τον Τζον Γουέιν Γκέισι, έναν serial killer γνωστό ως «Δολοφόνος Κλόουν», ο οποίος δολοφόνησε τουλάχιστον 33 νέους άνδρες και αγόρια μεταξύ 1972 και 1978. Ήταν επίσης και η εποχή, η οποία ήταν “χρωματισμένη” με τρόμο, καθώς κατά συρροή δολοφόνοι όπως η οικογένεια Μάνσον, ο Στραγγαλιστής του Χίλσαϊντ, ο Zodiac, ο Γιος του Σαμ και ο Τεντ Μπάντι κυριαρχούσαν στις ειδήσεις και αναδιαμόρφωναν τους αμερικανικούς εφιάλτες.

Το πρωτότυπο διήγημα γράφτηκε από τον Joe Hill, γιο του Stephen King, του οποίου η επιρροή είναι παντού στο Black Phone . Ο Grabber οφείλει τόσα στον Pennywise όσο και σε οποιονδήποτε άλλο πραγματικό δολοφόνο της εποχής, με, μάλιστα, αρκετά πλάνα της ταινίας θα μπορούσαν να είχαν γυριστεί απευθείας για την πρόσφατη μεταφορά των δύο ταινιών του King, It . Και με τα παιδιά πρωταγωνιστές να μάχονται με ένα είδους τέρας, είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί το Black Phone πήρε το πράσινο φως μετά την επιτυχία αυτών των ταινιών.

Στις περισσότερες ταινίες με θέμα την απαγωγή παιδιών ή τους κατά συρροή δολοφόνους, το θύμα πρέπει να σωθεί από έναν ατρόμητο ντετέκτιβ ή κάποιον θαρραλέο ενήλικα που θα το πάρει προσωπικά. Το Black Phone και εδω αποφεύγει την κλισέ παγίδα, καθώς οι καλοθελητές του ενήλικου κόσμου είναι ουσιαστικά άχρηστοι και τα παιδιά – κυρίως οι φωνές τους στο τηλέφωνο αλλά και η μικρότερη αδελφή του Finney, η Gwen – είναι τα μοναδικά πρόσωπα που μπορούν ενδεχομένως να σώσουν το αγόρι από τον βασανισμό και τον θάνατο. Πέρα από τον ανατριχιαστικό τρόμο, αυτή είναι μια ταινία για την ψυχική δύναμη των παιδιών, την ικανότητά τους να πιστεύουν σε αόρατες δυνάμεις και τη δύναμη της οικογένειας να επιβιώνει ακόμη και μέσα από τα πιο σκοτεινά γεγονότα.

Οι ιστορίες του King είναι γνωστές για τις απεικονίσεις της σκληρότητας μεταξύ των παιδιών. Ο Derrickson, όμως αναζητεί κινηματογραφικά, την συναισθηματική ειλικρίνεια, και όχι μόνο την τεχνική ακρίβεια, σε κάθε καρέ του. Βλέπεται αυτή ήταν μια εποχή χωρίς πρωτοβουλίες κατά του εκφοβισμού, όπου, ιδίως για τα αγόρια, το να μαθαίνεις να υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου απέναντι στο bulling θεωρούνταν κάτι αναμενόμενο.

Το σενάριο των Derrickson και Cargill ξεφεύγει από την ιστορία του Joe Hill με τρόπο, όμως, που να εξακολουθεί να βρίσκεται στο πνεύμα της, αλλά παράλληλα να επιτρέπει στούς Derrickson και Cargill να κατευθύνουν την αφήγηση με τούς δικούς τους κανόνες. Χτίζουν ενέργεια, η οποία έχει βάρος και νόημα, χάνοντας την αίσθηση του τόπου και του χρόνου σε μερικά σημεία, αλλά χωρίς χαμένες στιγμές εις βάρος του φίλμ, μαζί με στιγμές εύστοχου χιούμορ, οι οποίες όμως ποτέ δεν ξεπερνούν την ένταση.

Οι ερμηνείες του Black Phone είναι πολύ δυνατές. Ο Mason Thames ως Finney είναι υπέροχος. Ένα καλό παιδί, που προσπαθεί να ξεφύγει από μια πολύ άσχημη κατάσταση. Ο Thames μας “περνάει” την εξυπνάδα και τον φόβο του Finney, αλληλένδετα, καθώς η ελπίδα δίνει τη θέση της στην απόγνωση και επιστρέφει ξανά στην ελπίδα. Πρόκειται για μια περίπλοκη ερμηνευτική “παράσταση” που δεν βλέπουμε συχνά σε ταινίες τρόμου και η ερμηνεία του Thames, είναι υπεύθυνη για αυτό.

Στο ίδιο, ερμηνευτικό, μήκος κύματος κινείται και η Madeleine McGraw. Η Gwen είναι πιο γενναία από τον αδερφό της, και ξέρει πότε να υπερασπιστεί τον εαυτό της, ακόμα κι όταν κανείς άλλος δεν θα το κάνει, ενω η αγάπη για τον αδερφό της είναι τόσο βαθιά, που θα αγωνιστεί με όποιον τρόπο μπορεί για να τον σώσει. Τα παραπάνω και το γεγονός οτι έχει τις καλύτερες και πιο αστείες ατάκες της ταινίας, δείχνει τους Derrickson και Cargill να επενδύουν, αλλά και να διασκεδάζουν πολύ με αυτόν τον χαρακτήρα.

Ο “Grabber” του Ethan Hawke είναι μια τρομακτική – και Sinister – δημιουργία, και όχι μόνο για τη μάσκα, η οποία είναι σχεδιασμένη από τον Tom Savini και που φοράει συνεχώς. Η ταινία δεν δίνει στον Grabber τον πρώτο ρόλο, αλλά ο Hawke γεμίζει τον χαρακτήρα του με ζωή. Είναι πιο τρομακτικός στις ήσυχες στιγμές του, αλλά ο Hawke μας δίνει επίσης μια ματιά στην κοινοτοπία του κακού του, κάτι που πιστεύω ότι ήταν αυτό που τον τράβηξε, ώστε να δεχτεί τον ρόλο.

Ο “Grabber” δεν είναι ο μπαμπούλας – είναι ένας σκληρός άνθρωπος και ο Finney αναγνωρίζει αυτή τη σκληρότητα αμέσως καθώς την έχει ήδη βιώσει μέσα στήν οικογενειά του, με αποτέλεσμα, αν και ο Finney δεν το αντιλαμβάνεται απο την αρχή, να χρησιμοποιήσει αυτή την εμπειρία ενάντια στον απαγωγέα του. Ο Αρπαχτής (εις την ελληνικήν) είναι ένας τρομερός κακός επειδή, απλά, ο Hawke δεν ενδιαφέρεται να του χαρίσει στιγμές συμπάθειας. Δεν χρειάζεται να καταλάβουμε τον λόγο της κακίας του, αρκεί να καταλάβουμε (μαζί και ο Finney) ότι είναι απλώς άλλος ένας νταής, με τον Hawke να κρατά επικίνδυνο τον χαρακτήρα του, ως ένας καρχαρίας σε ρηχά νερά.

Το Black Phone είναι μια εξαιρετικά καλοδουλεμένη ταινία (έστω και με λίγα λαθάκια) , η οποίο εκμεταλλεύεται στο έπακρο τα κινηματογραφικά όπλα που διαθέτει: σενάριο, μουσική, κινηματογράφηση και τρεις αξιόλογες ερμηνείες. Έχει νόημα, είναι τρομακτικό και συναρπαστικό μαζί, και όταν πεταχτείς απο το καθισμά σου — και θα το κάνεις — θα είναι επειδή βρίσκεσαι στα χέρια ενός σκηνοθέτη/οδηγού με αυτοπεποίθηση, πρόθυμο να σε ταξιδέψει σε σκοτεινά μέρη και να σε περάσει μέσα από αυτά, στο “φώς” έξω από την αίθουσα… εκει όπου πρέπει να το δείτε.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: ★★★✬☆

– Ακόμα, μπορείτε να δείτε:


0
Λεπτά
 
  • Ethan Hawke
  • Mason Thames
  • Madeleine McGraw

The Black Phone Trailer


Cineramen

Παναγιώτης Πυλαρινός

Share

Δείτε ακόμα στο Cineramen

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.