Κριτική για την ταινία A Quiet Place Part II

0
656
Βαθμολόγησε το άρθρο

Oι ρίζες μιάς ιδιαίτερης ταινίας, όπως το A Quiet Place , χρονολογείται απο την εποχή του βωβού κινηματογράφου , των Charlie Chaplin, F.W. Murnau, Buster Keaton και Jacques Tati. Αυτοί οι σκηνοθέτες ήταν οι “κύριοι” της οπτικής αφήγησης, που δεν χρειάζονταν ούτε μια γραμμή διαλόγου για να “επικοινωνήσουν” με τον χαρακτήρα, το συναίσθημα ή την πρόθεση και φυσικά με τον θεατή. Ο κινηματογράφος δεν θα μπορούσε να ήταν πιο αγνός.

  • Γράφει ο Παναγιώτης Πυλαρινός (CinemaFiles)

Μεγαλώνοντας όμως στην εποχή των Alien, του Jaws και δεκάδων ταινιών του τεράστιου Hitchcock, αναρωτηθήκαμε το πως οι “σιωπηλές” οπτικές τεχνικές των αρχών του 20ου αιώνα θα μπορούσαν να εισχωρήσουν στο πλαίσιο μιας σύγχρονης ταινίας. Κάπως έτσι , πρίν απο 3 χρόνια, γεννήθηκε… το “Ήσυχο Μέρος“.

Το concept πίσω απο την ιδέα του A Quiet Place, είναι απλό: Αν κάνεις έναν θόρυβο … πεθαίνεις. Στην πραγματικότητα η ιδέα είναι τόσο κινηματογραφικά απλή … που σε τρομάζει. Σε έναν μετα-αποκαλυπτικό κόσμο γεμάτο τέρατα, υπερευαίσθητα στον παραμικρό θόρυβο , αναγκάζεσαι να ζεις στην απόλυτη σιωπή προκειμένου να επιβιώσεις , με τις μέρες να περνούν και την απειλή να πλησιάζει όλο και περισσότερο , ενω ακόμα και μια μικρή ανάσα μπορεί να σημάνει το τέλος.

Είπαμε. Ιδέα απλή, αλλά έντονα πρωτότυπη, αναμφισβήτητα τρομακτική μαζί με μια εκπληκτική και γεμάτη ένταση post-apocalyptic ατμόσφαιρα. Ένα “ακατέργαστο“ διαμάντι του σινεμά είδους, που απέφερε όμως στα ταμεία της Paramount κοντά στα $ 350 εκ. Δολάρια, και με ενα budget $17 εκ. δολ. …. μόνο !.
Φυσικά όπως ολα τα “ακατέργαστα” διαμάντια , θέλουν την (σωστή) επεξεργασία τους , ώστε να αποφέρουν περισσότερο κέρδος . Στήν γλώσσα της Tinseltown , αυτό μεταφράζεται με μια λέξη : sequel . Οχι πως αυτό είναι απαραίτητα κακό , αρκεί η αρχική ιδέα που σκαρφίστηκαν οι : Bryan Woods , Scott Beck και ο John Krasinski , να χαίρει ίδιας μεταχείρισης . Στο τούτο όμως το φίλμ το λες και κομματάκι δύσκολο , καθώς οι δημιουργοί έχουν απολέσει το στοιχείο του αιφνιδιασμού .

Υπολογίσαμε όμως χωρίς τον ξενοδόχο John Krasinski, ο οποίος “απαλλαγμένος” απο τον ρόλο του πατέρα, διοχετεύει όλη του την ενέργεια και τέχνη, μέσα από το μόνιτορ του σκηνοθέτη. Και τα καταφέρνει. Το πιο συναρπαστικό τμήμα της πρώτης του ταινίας ήταν, με τον τρόπο του, και το πιο δύσκολο: η προσπάθεια των χαρακτήρων να παραμείνουν σιωπηλοί ως ένα είδος θανατηφόρου παιχνιδιού. Ακόμη και όταν απλά επικοινωνούσαν με τα μάτια τους , η αφοσίωση των μελών της οικογένειας από τον έναν προς τον άλλο ήταν ορατή , με τον θεατή να ταυτίζεται με την οικογένεια που πρωταγωνιστεί , και έτσι , όσο κλιμακώνεται ο άγνωστος τρόμος τόσο περισσότερο συμπάσχει ο θεατής με το κάθε μέλος ξεχωριστά. Βλέπεται οι πιο πολλές ταινίες για το τέλος του κόσμου εξαρτώνται από τη δυσπιστία και την τριβή μεταξύ των επιζώντων , η οποία ήταν φαινομενικά και η πραγματική αιτία . Εδω όμως έχουμε ένα σπάνιο είδος ταινίας που χτίστηκε γύρω από έναν οικογενειακό δεσμό που κρατάει και γίνεται η ουσία της επιβίωσης τους.

Σε τούτη όμως την συνέχεια “ Η σιωπή δεν είναι αρκετή “ , όπως μας “ ειδοποιεί “ το poster της ταινίας .

Ο Krasinski έχει ενα μεγάλο βιογραφικό ως ηθοποιός , παρά ως σκηνοθέτης , του οποίου η προσωπικότητα στίς ταινίες που είχε σκηνοθετήσει (The Hollars, Brief Interviews with Hideous Men), ήταν πάντα λίγο ασαφής. Εδω όμως – όπως αναφέραμε παραπάνω , απαλλαγμένος απο το ερμηνευτικό βάρος – βγάζει μεγαλύτερο σκηνοθετικό σθένος φτιάχνοντας πολύ εντυπωσιακές σκηνές ισορροπώντας μεταξύ σιωπής και ήχου , αγάπης , φόβου και αγωνίας . Φτιάχνει έναν πανέξυπνο πρόλογο “Με ένα… σμπάρο δυο τρυγόνια“ (κάτι σαν τις εναρκτήριες σκηνές των Bond ταινιών) . Από την μια μεριά “γνωρίζουμε“ πολύ κομψά τον χαρακτήρα του Cillian Murphy, o οποίος θα παίξει σημαντικό ρόλο στην συνέχεια, ενω παράλληλα μας δείχνει το πόσο αμείλικτη μπορεί να γίνει η ταινία, ξεκινώντας με τα γεγονότα της 1ης Ημέρας , εκεί όπου άλλαξαν όλα, ενώ γρήγορα η ιστορία θα μας πάει 474 μέρες μπροστά. Είναι η τέλεια σκηνή για να μας βυθίσει πίσω στο σύμπαν του “Quiet Place” και είναι η τέλεια σκηνή για να καλωσορίσει την επιστροφή του κοινού στις αίθουσες. Και μπορεί να μην φέρνει τον ίδιο αέρα πρωτοτυπίας (πώς θα μπορούσε;), παραμένει όμως μια σχολαστικά κατασκευασμένη , που νιώθεις στην σπονδυλική σου στήλη, φανταστικά χορογραφημένη ταινία τεράτων που επεκτείνει τον καμβά, αλλά παράλληλα λειτουργεί ως αυτόνομη ιστορία και μας κάνει να θέλουμε περισσότερα από αυτό το franchise.

Με όπλα: την top-tier παραγωγή συμπεριλαμβανομένης της πλούσιας σε υφή κινηματογραφία της Polly Morgan (γυρισμένη σε 35mm φίλμ) , του περίπλοκου και κλειστοφοβικού σχεδιασμού παραγωγής του Jess Gonchor και της τέλειας χρήσης “θορύβων”, του εξαιρετικού (για άλλη μια φορά) sound design , o Krasinski κινείται σε καθαρά πιο action ρυθμούς και μετατρέπει τούτο το sequel σε ένα θρίλερ για γερά νεύρα , σεβόμενος όμως παράλληλα το υλικό του και το – ταλαιπωρημένο από μετριότητες – είδος που πρεσβεύει η ταινία , καθώς δεν ξεφεύγει απο την σκηνοθετική πορεία που έχει χαράξει απο την αρχή της ταινίας , ούτε προσπαθεί να γκρεμίσει οσα έχει χτίσει , το πρώτο μέρος . Και παρόλο που δεν μπορούμε πάντα να πιστέψουμε αυτό που βλέπουμε , ο Krasinski καθιερώνεται ως ένας αρκετά ταλαντούχος κινηματογραφιστής , ώστε να βγάλει απο το μυαλό μας τις όποιες αντιρρήσεις μας . Γιατί απλά σκηνοθετεί με όλες τις αισθήσεις του.

Όπως και στην πρώτη ταινία, υπάρχουν στιγμές που δεν μπορείς παρά να αναρωτηθείς, “Γιατί δεν το δοκιμάζουν αυτό;” ή, “Πώς και δεν το σκέφτηκαν ποτέ αυτό;” αλλά το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε για κάθε ταινία που έχει δώσει το δικό της στίγμα , από το “Jaws” στο “Jurassic Park” και απο εκεί στο “Alien”. Αλλά το γεγονός ότι το “A Quiet Place” αξίζει να βρίσκεται στο ίδιο “ γήπεδο “ με κλασικά αριστουργήματα του είδους … κάτι λέει για αυτό το franchise.

Στο σύνολό του, το cast αποδίδει τα μέγιστα με το πρωταγωνιστικό ζευγάρι Emily Blunt και Cillian Murphy , ως η νεα πατρική φιγούρα , να βγάζουν με ιδιαίτερο τρόπο τις φοβίες και τις αγωνίες τους εν μέσω πολύ δύσκολων καταστάσεων , ενω την παράσταση κλέβει για άλλη μια φορά η πολυμήχανη κωφή 18χρονη ηθοποιός Millicent Simmonds.

Η Ετυμηγορία: Ο John Krasinski παραδίδει κάτι παραπάνω απο ενα τίμιο sequel 97 λεπτών , απαλλαγμένο απο “περιττά λίπη” και με εξαιρετικό ρυθμό , αυξάνει την ένταση σταδιακά , μέχρι το φινάλε… που οδηγεί στο 3ο και τελευταίο (?) μέρος , δημιουργώντας έτσι ένα νέο status quo για τους χαρακτήρες του. Η μεγαλύτερη όμως “μαγκιά” της ταινίας , είναι το μοντάζ του Michael P. Shawver, ο οποίος καταφέρνει να μετατρέψει δύο σχετικά απλές ιστορίες σε ανταγωνιστικές μεταξύ τους αφηγήσεις , που συνδέονται με ένα μοναδικό αποτέλεσμα , ενω παράλληλα επεκτείνει τον τρομακτικό κόσμο του franchise (πλέον) χωρίς να χάνει την αίσθηση της πρωτότυπης ιδέας του.

Θερινό (αν γίνεται με πολύ καλό σύστημα ήχου), απαραίτητα συνοδευτικά…. σπεύσατε!!

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: ★★★✬☆

– Ακόμα, μπορείτε να δείτε:


0
Λεπτά
 
  • Cillian Murphy
  • Emily Blunt
  • Noah Jupe

Α Quiet Place Part II Trailer

Cineramen

Νίκος Δρίβας

Facebook Twitter Google+

Δημιουργός και συντάκτης του www.cineramen.gr αλλά κυρίως φανατικός του σινεμά

Share

Δείτε ακόμα στο Cineramen

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.