Ender’s Game – Κριτική ταινίας

0
1137
Βαθμολόγησε το άρθρο
[Total: 0   Average: 0/5]

Διάρκεια: 114′
Πρωταγωνιστούν: Harisson Ford, Asa Butterfield, Hailee Steinfield, κ.α.

Μετά από μια καταστροφική επίθεση των εξωγήινων Formics που η μορφή τους προσιδιάζει σε αυτή του εντόμου, οι κάτοικοι της Γης αφυπνίστηκαν και ξεκίνησαν να προετοιμάζονται για μια ενδεχόμενη δεύτερη επίθεση. Γι’ αυτό το σκοπό συγκέντρωσαν τα πιο έξυπνα παιδιά από όλο τον κόσμο, ώστε να ανατραφούν και να εκπαιδευτούν ως πολεμιστές στο Σχολείο του Πολέμου, ένα διαστημικό σταθμό, όπου θα ανταγωνιστούν μεταξύ τους για να αναδειχθεί ο ανώτατος διοικητής των παγκόσμιων στρατιωτικών δυνάμεων. O Ender Wiggins (Asa Butterfield, Hugo) είναι αυτός που ξεχωρίζει από την αρχή. Υπερτερεί έναντι των υπολοίπων, αφού διαθέτει ένα σπάνιο συνδυασμό ευφυΐας και στρατηγικών ικανοτήτων. Καθώς, όμως, το αγόρι προετοιμάζεται για την τελική δοκιμασία, εγείρονται κάποιες αμφιβολίες μέσα του για την αποστολή που καλείται να αναλάβει. Είναι αυτός, άραγε, ο πιο πρόσφορος τρόπος, για να επιτευχθεί η ειρήνη;

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 1 / 5

Το Ender’s Game μας έδωσε μια αρκετά περίεργη ιστορία που δεν έχει καμία σχέση με το περιεχόμενο της ταινίας και ίσως συνέβαλλε στο να χαντακωθεί εισπρακτικά (όσες βδομάδες προβάλλεται στην Αμερική, με το ζόρι έχει βγάλει τα… μισά λεφτά του). Η προώθηση του Ender’s Game δεν ξεκίνησε με τις καλύτερες προϋποθέσεις για τους παραγωγούς και συντελεστές.

Η ταινία καταρχήν, είναι βασισμένη στο ομώνυμο best-seller του Ορσον Σκοτ Καρντ, ενός φανατικού μορμόνου και ακόμη πιο φανατικού πολέμιου των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων. Ο Καρντ λοιπόν, χρησιμοποιήσε τη δημοσιότητα γύρω από το ονομά του, για να στραφεί εναντίον του γάμου των ομοφύλων.

Οπως γίνεται κατανοητό λοιπόν, η ταινία απέκτησε (χωρίς καν να έχει προβληθεί το trailer) φανατικούς εχθρούς πριν την ώρα της και ταυτόχρονα ένα κακό όνομα με το site «Skip Ender’s Game», της οργάνωσης Geeks Out, που εκδήλωσε την αντίθεσή της στα όσα πιστεύει ο Καρντ, προτρέποντας έτσι όλους τους φανατικούς των βιβλίων και της ταινίας να αγνοήσουν την ταινία.

Αυτό όμως δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα της ταινίας, καθότι το βασικότερο της θέμα είναι ότι σαν προσπάθεια αποδεικνύεται απογοητευτική και κατώτερη του αναμενομένου. Ξεκαθαρίζω εξ’ αρχής ότι δεν έχω καμια σχέση με τα βιβλία, αλλά και να είχα προτιμώ να κρίνω την ταινία ξεχωριστά, για αυτό που αντιπροσωπεύει.

Μετά από μια καταστροφική επίθεση των εξωγήινων Formics που η μορφή τους προσιδιάζει σε αυτή του εντόμου, οι κάτοικοι της Γης αφυπνίστηκαν και ξεκίνησαν να προετοιμάζονται για μια ενδεχόμενη δεύτερη επίθεση. Γι’ αυτό το σκοπό συγκέντρωσαν τα πιο έξυπνα παιδιά από όλο τον κόσμο, ώστε να ανατραφούν και να εκπαιδευτούν ως πολεμιστές στο Σχολείο του Πολέμου, ένα διαστημικό σταθμό, όπου θα ανταγωνιστούν μεταξύ τους για να αναδειχθεί ο ανώτατος διοικητής των παγκόσμιων στρατιωτικών δυνάμεων. O Ender Wiggins (Asa Butterfield, Hugo) είναι αυτός που ξεχωρίζει από την αρχή. Υπερτερεί έναντι των υπολοίπων, αφού διαθέτει ένα σπάνιο συνδυασμό ευφυΐας και στρατηγικών ικανοτήτων. Καθώς, όμως, το αγόρι προετοιμάζεται για την τελική δοκιμασία, εγείρονται κάποιες αμφιβολίες μέσα του για την αποστολή που καλείται να αναλάβει. Είναι αυτός, άραγε, ο πιο πρόσφορος τρόπος, για να επιτευχθεί η ειρήνη;

Βασικός κανόνας σε μια ταινία φαντασίας είναι να δημιουργηθεί ένα συναρπαστικό περιβάλλον, το οποίο θα κάνει την διαφορά και θα αφήσει τον θεατή με το στόμα ανοιχτό. Εδώ, δυστυχώς, έχουμε ναι μεν κάποια εντυπωσιακά εφέ, ωστόσο η όλη φωτογραφία και σκηνοθεσία κουράζει τον θεατή και σε πολλές σκηνές η χρήση των εφέ είναι αρκετά προχειροφτιαγμένη για τέτοια παραγωγή και τα 110 εκ. που έχουν δαπανηθεί.

Περιμένεις το κάτι παραπάνω σε αυτόν τον τομέα με την έννοια ότι πλέον για τους παραγωγούς του Χόλιγουντ είναι πολύ απλό να κάνουν “παπάδες” με την τεχνολογία, ωστόσο το Ender’s Game δεν μπορούμε να πούμε ότι θα μας μείνει στο μυαλό για τα γραφικά του. Έχει και την ατυχία να πέσει σε μια χρονιά όπου καλώς ή κακώς το Gravity αποτελεί σημείο αναφοράς.

Σαν να μην έφταναν όμως αυτά, ευελπιστώντας ότι η ταινία θα μπορέσει να προσδώσει κάτι τουλάχιστον στο κομμάτι του σεναρίου και των ερμηνειών, απογοητεύει και εκεί. Δεν ξέρω πως είναι το βιβλίο, ωστόσο ο Gavin Wood (X-Men: Origins Wolverine) χάνεται κάπου μεταξύ στην αυταρέσκεια της σκηνοθεσίας (όπου προσπαθεί συνεχώς να τονίσει διάφορες τεχνολογικές καινοτομίες) και το φτωχό και ανιαρό σενάριο, το οποίο από το μισάωρο και μετά χάνει εντελώς την μπάλα.

Η ταινία δεν διαθέτει ούτε την απαιτούμενη δράση, ούτε την απαραίτητη δραματουργία έτσι ώστε να δικαιολογήσει όλο αυτόν τον θόρυβο που δημιουργήθηκε και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να καταλήγει εντελώς αδιάφορη από ένα σημείο και μετά. Και το περίεργο είναι ότι ενώ στο πρώτο μισάωρο έχει ενδιαφέρον, από κει και έπειτα υποπίπτει σε μιλιταριστικές κορώνες και συν τις άλλοις δεν υπάρχει απολύτως καμία σύνδεση μεταξύ δράσης και σεναρίου.

Μόνο ο πρωταγωνιστής Asa Butterfield (Hugo) αποτελεί κέρδος για την ταινία καθότι αποδεικνύεται σταθερός και έμπειρος λές και βρίσκεται πάρα πολλά χρόνια στην υποκριτική. Αντίθετα Harisson Ford (Blade Runner) και Ben Kingsley (Ghandhi) δίνουν μέτριες έως και κακές ερμηνείες και δεν βοηθούν στο να δώσουν ένα κλικ παραπάνω σε μια ταινία που από τα μισά της και μετά κοιτάς το ρολόι, περιμένοντας καρτερικά το τέλος της.


Cineramen

Νίκος Δρίβας

Facebook Twitter Google+

Δημιουργός και συντάκτης του www.cineramen.gr αλλά κυρίως φανατικός του σινεμά

Share

Δείτε ακόμα στο Cineramen

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.